υπερισχύω
Ορισμοί
-
αναδεικνύομαι σε ανώτερη θέση από κάποιον / κάτι άλλο transitive
-
αποδεικνύομαι ισχυρότερος intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of υπερισχύω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Υπερίσχυσε των αντιπάλων του.”
S/he prevailed over his/her opponents.
“Υπερισχύει το σύνταγμα.”
The constitution has primacy.
“η ομάδα μας υπερίσχυσε εύκολα της αντίπαλης”
“η περιέργειά του υπερίσχυσε και προχώρησε στο σκοτεινό δωμάτιο”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free