Meaning of υπερεπίπεδο | Babel Free
/i.pe.ɾeˈpi.pe.ðo/Ορισμοί
μια γενίκευση του επιπέδου σε περισσότερες διαστάσεις, δηλαδή ένας χώρος μιας διάστασης λιγότερης από τον περιβάλλοντα χώρο, που τον χωρίζει σε δύο ημιχώρους
Παραδείγματα
“※ Ένα υπερεπίπεδο Η στον Rn είναι το σύνολο σημείων (x₁,x₂,…,xₙ) που ικανοποιεί μία γραμμική εξίσωση: a₁x₁+a₂x₂+…+aₙxₙ=b, όπου το a⃗=[a₁,a₂,…, aₙ] δεν είναι το μηδενικό διάνυσμα. Άρα ένα υπερεπίπεδο στον R² είναι μια ευθεία, στον R³ ένα επίπεδο. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.