Meaning of υπεραπασχόληση | Babel Free
Ορισμοί
- η απασχόληση εργαζομένων πέρα από το απαραίτητο ή το κανονικό όριο, είτε λόγω υπεράριθμου προσωπικού είτε λόγω αυξημένης ζήτησης εργασίας
- η υπερβολική ενασχόληση με ένα έργο ή δραστηριότητα, συχνά με αρνητικές συνέπειες, όπως κόπωση ή μείωση της αποδοτικότητας
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.