Meaning of υπεραμύνομαι | Babel Free
Ορισμοί
+ γενική: αμύνομαι υπερασπιζόμενος ένα υπέρτατο αγαθό
formal
Ισοδύναμα
English
defend
Παραδείγματα
“στον αποχαιρετιστήριο λόγο του υπεραμύνθηκε των επιλογών του και της πολιτικής του”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.