HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπεισέρχομαι | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. διεισδύω, εισχωρώ, εισδύω κάπου κρυφά με επιτήδειο τρόπο και όχι φανερό
  2. προχωρώ στην εξέταση ενός θέματος, μπαίνω
  3. παρεμβαίνω

Παραδείγματα

“στην ομιλία του ανέπτυξε το θέμα της μόλυνσης και υπεισήλθε και σε άλλα ζητήματα”
“σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται το πρόβλημα των...”
“※ Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπεισέρχομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course