Meaning of υπεγγυότητα | Babel Free
/i.peŋ.ɟiˈo.ti.ta/Ορισμοί
η ιδιότητα που φέρει κάποιο πράγμα (σπάνια είναι πρόσωπο), όταν εκχωρείται επιπρόσθετα ως εγγύηση για την εκπλήρωση υποχρεώσεων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.