Meaning of υπασπιστής | Babel Free
/i.pa.spiˈstis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αξιωματικός στην άμεση υπηρεσία ανώτατου στρατιωτικού ή πολιτικού αξιωματούχου
- ο προϊστάμενος του γραφείου του διοικητή λόχου ή τάγματος
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.