HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπαρξιακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/i.paɾ.ksi.aˈkos/

Ορισμοί

που έχει σχέση με την ύπαρξη (από οντολογικής πλευράς), αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή

Ισοδύναμα

English Existential

Παραδείγματα

“※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπαρξιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course