Meaning of υπανάπτυκτος | Babel Free
/i.paˈna.pti.ktos/Ορισμοί
- που έχει ελλιπή ανάπτυξη κι εξέλιξη
-
που έχει μειωμένη μόρφωση ή αγωγή, απολίτιστος figuratively
- που δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς (για σωματικά όργανα)
Ισοδύναμα
English
Backward
Παραδείγματα
“υπανάπτυκτη βλάστηση / χώρα / περιοχή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.