HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπαλληλίκι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

το να είναι κανείς υπάλληλος, συνήθως μικρής ή μεσαίας βαθμίδας και κατά συνέπεια να μην είναι ανεξάρτητος στη δουλειά του, να μην παίρνει πρωτοβουλίες και να μην έχει μεγάλες οικονομικές απολαβές

offensive

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπαλληλίκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course