Meaning of υπαλληλίκι | Babel Free
Ορισμοί
το να είναι κανείς υπάλληλος, συνήθως μικρής ή μεσαίας βαθμίδας και κατά συνέπεια να μην είναι ανεξάρτητος στη δουλειά του, να μην παίρνει πρωτοβουλίες και να μην έχει μεγάλες οικονομικές απολαβές
offensive
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.