Meaning of υπέχω | Babel Free
/iˈpe.xo/Ορισμοί
έχω, λαμβάνω μια θέση, μια ιδιότητα έναντι κάποιου
formal
Παραδείγματα
“υπέχω μιά υποχρέωση απέναντι σε κάποιον”
“υπέχει στρατιωτικής υποχρέωσης (οφείλει να υπηρετήσει τη θητεία του)”
“Η κυβέρνηση υπέχει κοινοβουλευτικής ευθύνης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.