Meaning of υπέρυθρος | Babel Free
/iˈpe.ɾi.θɾos/Ορισμοί
-
που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό literally
- υπέρυθρες ακτίνες : ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος είναι μεγαλύτερο από το μήκος κύματος του ορατού φάσματος, και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε 700 nm και 1 mm.
Παραδείγματα
“υπέρυθρη ακτινοβολία (infrared radiation)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.