Meaning of υπέρπνοια | Babel Free
Ορισμοί
η αυξημένη και βαθιά αναπνοή που ενισχύει την πρόσληψη οξυγόνου, συχνά ως φυσιολογική αντίδραση σε έντονη δραστηριότητα ή ως παθολογικό σύμπτωμα σε καταστάσεις όπως η οξέωση ή η αναιμία
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.