HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υδρόφιλος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/iˈðrofilos/

Ορισμοί

  1. που «αγαπάει» ή έχει την τάση να απορροφά το νερό
  2. που ζει και αναπτύσσεται κοντά στο νερό

Ισοδύναμα

English Hydrophilic

Παραδείγματα

“βάμβαξ υδρόφιλος φαρμακευτικός”
“Το υαλουρονικό οξύ αποτελεί ένα φυσικό υδρόφιλο συστατικό του δέρματος, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως για να ενισχυθούν το δέρμα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου. (από άρθρο στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9 Σεπτεμβρίου 2008)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υδρόφιλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course