Meaning of υδροκεφαλία | Babel Free
Ορισμοί
παθολογική κατάσταση, συχνότερη στα παιδιά, κατά την οποία συσσωρεύεται μεγάλη ποσότητα υγρού μέσα στον εγκέφαλο λόγω ανατομικής ή λειτουργικής ανωμαλίας με αποτέλεσμα την αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και την πρόκληση πονοκεφάλων, προβλημάτων στην όραση και βλαβών στον εγκέφαλο
Ισοδύναμα
English
Hydrocephalus
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.