Meaning of υδροκέφαλος | Babel Free
/i.ðɾoˈce.fa.los/Ορισμοί
- που χαρακτηρίζεται από τουμπάνιασμα της κεφαλής λόγω συσσώρευσης υγρού σε αυτήν
- που ένα μέρος έχει διογκωθεί υπέρμετρα σε σχέση με τα υπόλοιπα
Παραδείγματα
“η έλλειψη γυμναστικής τον μετέτρεψε σε υδροκέφαλο τζουτζέ με ατροφικούς μύες”
“οι κομματικές προσλήψεις μετέτρεψαν τη δημόσιο πολιτεία σε υδροκέφαλη γραφειοκρατία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.