Meaning of υδρογεωλογικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του υδρογεωλογικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του υδρογεωλογική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του υδρογεωλογικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.