Meaning of υδραργυρικός | Babel Free
/i.ðɾaɾ.ʝi.ɾiˈkos/Ορισμοί
- για ουσία που περιέχει ως συστατικό τον υδράργυρο
- για σύστημα ή συσκευή που περιέχει υδράργυρο για να λειτουργήσει
Παραδείγματα
“υδραργυρικό βαρόμετρο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.