Meaning of υδατοδρόμιο | Babel Free
Ορισμοί
χώρος (σε θάλασσα, λίμνη, ποτάμι κ.λπ.) οριοθετημένος και κατάλληλος για την προσυδάτωση ενός ιπτάμενου οχήματος (αεροπλάνου, ελικοπτέρου κ.ά.)
neologism
Παραδείγματα
“Το ενδιαφέρον της «για αδειοδότηση, κατασκευή και λειτουργία υδατοδρομίου» στην Καλαμάτα, εκδήλωσε και επίσημα, με επιστολή της στο δήμο, η εταιρεία. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.