Meaning of υαλοθέτημα | Babel Free
Ορισμοί
διακοσμητικό αρχιτεκτονικό ή εικαστικό στοιχείο κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από γυάλινες ψηφίδες ή ενθέσεις, όπως ένας πίνακας ή επιτοίχιος διάκοσμος
Παραδείγματα
“※ Τα υαλοθετήματα των Κεγχρεών είναι μία μορφή εντοίχιων γυάλινων μωσαϊκών του 4ου μ.Χ. αι. που ανακαλύφθηκαν στις Κεγχρεές, το ανατολικό λιμάνι της αρχαίας Κορίνθου, σε ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών, την περίοδο 1964-1968. (www.archaiologia.gr, 29.05.2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.