HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υάλωμα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. η διαδικασία μετατροπής μιας ύλης σε γυαλί μέσω χημικής ή φυσικής αλλαγής, συχνά σε υψηλές θερμοκρασίες
  2. η κατάσταση ή ιδιότητα μιας ύλης να εμφανίζει χαρακτηριστικά γυαλιού, όπως η διαφάνεια και η σκληρότητα, συχνά ως αποτέλεσμα διεργασιών υαλοποίησης
  3. το σύνολο των γυάλινων τμημάτων ή στοιχείων ενός κτηρίου, όπως παράθυρα, τζάμια και υαλοπίνακες
  4. καλλιτεχνική δημιουργία που αποτελείται από ζωγραφισμένα ή χρωματιστά γυαλιά τοποθετημένα σε πλαίσια, χρησιμοποιούμενη συχνά σε παράθυρα ή διακοσμήσεις
  5. λεπτή, γυαλιστερή επικάλυψη από υαλώδες υλικό που εφαρμόζεται πάνω σε μεταλλικές ή κεραμικές επιφάνειες για προστασία ή διακόσμηση
  6. οφθαλμική πάθηση, παρόμοια με το γλαύκωμα, που εμφανίζεται κυρίως σε άλογα, χαρακτηριζόμενη από θόλωση του φακού του οφθαλμού
  7. σπάνια δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με τον σχηματισμό μικρών διαφανών ογκιδίων στην επιδερμίδα, εξαιτίας υαλοειδούς εκφύλισης

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: υάλωση”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υάλωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course