Meaning of υάλωμα | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία μετατροπής μιας ύλης σε γυαλί μέσω χημικής ή φυσικής αλλαγής, συχνά σε υψηλές θερμοκρασίες
- η κατάσταση ή ιδιότητα μιας ύλης να εμφανίζει χαρακτηριστικά γυαλιού, όπως η διαφάνεια και η σκληρότητα, συχνά ως αποτέλεσμα διεργασιών υαλοποίησης
- το σύνολο των γυάλινων τμημάτων ή στοιχείων ενός κτηρίου, όπως παράθυρα, τζάμια και υαλοπίνακες
- καλλιτεχνική δημιουργία που αποτελείται από ζωγραφισμένα ή χρωματιστά γυαλιά τοποθετημένα σε πλαίσια, χρησιμοποιούμενη συχνά σε παράθυρα ή διακοσμήσεις
- λεπτή, γυαλιστερή επικάλυψη από υαλώδες υλικό που εφαρμόζεται πάνω σε μεταλλικές ή κεραμικές επιφάνειες για προστασία ή διακόσμηση
- οφθαλμική πάθηση, παρόμοια με το γλαύκωμα, που εμφανίζεται κυρίως σε άλογα, χαρακτηριζόμενη από θόλωση του φακού του οφθαλμού
- σπάνια δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με τον σχηματισμό μικρών διαφανών ογκιδίων στην επιδερμίδα, εξαιτίας υαλοειδούς εκφύλισης
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: υάλωση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.