Meaning of τυφλοκομείο | Babel Free
/ti.flo.koˈmi.o/Ορισμοί
- άσυλο ή ίδρυμα όπου ζουν τυφλοί
-
οφθαλμιατρείο, όπως η παλαιότερη ονομασία του Οφθαλμιατρείου Αθηνών dated
Παραδείγματα
“※ 1900 - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.