HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τυπογραφικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. τυπογραφικά: τα διορθωτέα λάθη σ’ ένα εκτυπωμένο κείμενο
  3. τυπογραφικό: δεκαεξασέλιδο εκτυπωμένων και στις δύο όψεις σελίδων

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τυπογραφικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course