Meaning of τυπογραφικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
- τυπογραφικά: τα διορθωτέα λάθη σ’ ένα εκτυπωμένο κείμενο
- τυπογραφικό: δεκαεξασέλιδο εκτυπωμένων και στις δύο όψεις σελίδων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.