Meaning of τυπογραφικό | Babel Free
Ορισμοί
, (βιβλιοδεσία) φύλλο χαρτιού το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο τμήμα προς επεξεργασία
Παραδείγματα
“το βιβλίο έχει δώδεκα τυπογραφικά, τα εννέα είναι τριανταδισέλιδα, το ένα δεκαεξασέλιδο, άλλο ένα οχτασέλιδο και ένα περαστό τετρασέλιδο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.