Meaning of τυμπανικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με το τύμπανο του αφτιού, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
- που έχει σχέση με το μουσικό όργανο τύμπανο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
- που ακούγεται σαν τύμπανο (για ήχο)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.