Meaning of τσουτσέκι | Babel Free
/t͡suˈt͡se.ci/Ορισμοί
περιφρονητική προσφώνηση για άτομο που θεωρούμε ποταπό και ασήμαντο
offensive, slang
Παραδείγματα
“※ Ο Στρατηγός αντιμετώπισε τον δημοσιογράφο όχι ως εκπρόσωπο επαρχιακού καναλιού, ένα ανίσχυρο τσουτσέκι, δηλαδή που έκανε τη βρομοδουλειά που του ανέθεσαν, αλλά ως εντεταλμένο αντιπρόσωπο ολόκληρου του αμερικανικού λαού (Σοφία Νικολαΐδου, Χορεύουν οι ελέφαντες, εκδ. Μεταίχμιο, 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.