Meaning of τσουρούκης | Babel Free
Ορισμοί
- κακός μάστορας, ανίκανος, κακοτεχνίτης (για άνθρωπο)
- σάπιος (ακριβής έννοια της τουρκικής λέξης çürük, η οποία χρησιμοποιείται και για τα τερηδονισμένα δόντια)
- λειψός, ελλιπής, χαλασμένος, παλαιωμένος (για νομίσματα)
- τσουρούκικος (που είναι κακοφτιαγμένος ή ελλειπής)
- τσουρούκικια (δουλειά που δεν είναι καλή)
- τσουρούκικα (δουλειά που έχει γίνει με κακό, ελλειπή τρόπο)
- τσουρουκτουρεύω (κάνω πρόχειρα, κακά μια εργασία)
- τσουρουντίζω (φθείρω)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.