HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσιφλίκι | Babel Free

Noun CEFR B2
t͡siˈfli.ci

Ορισμοί

  1. το αγρόκτημα μεγάλης εκτάσεως που ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη (μεγαλογαιοκτήμονα) και το καλλιεργούσαν με υποχρεωτική εργασία χωρικοί (κολίγοι)
  2. τομέας όπου κάποιος ασκεί αυθαίρετη εξουσία
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Υπήρχε ένα τσιφλίκι εκεί, ο πατέρας μου θα αναλάμβανε την επιστασία του. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσιφλίκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course