Meaning of τσιρλιάρης | Babel Free
Ορισμοί
- που παθαίνει συχνά διάρροια, ευκοίλια, κόψιμο, τσιρλιακό ή τσιρλητό
-
ο φοβητσιάρης, ο υπερβολικά δειλός figuratively
Παραδείγματα
“Πολύ τσιρλιάρικο παιδί είσαι. Όλο στην τουαλέτα πας.”
“Είναι πολύ τσιρλιάρης. Κρότο να ακούσει, πάει και κρύβεται.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.