Meaning of τσιγκούνικος | Babel Free
/t͡siŋˈɡu.ni.kos/Ορισμοί
- ταιριαστός σε τσιγκούνη, με τσιγκουνιά
-
ανεπαρκής, λιγοστός figuratively
Παραδείγματα
“※ Προτίμησε το στενό μονοπάτι, για να φτάσει όσο μπορούσε συντομότερα και να προφτάσει το τσιγκούνικο φως του απογεύματος. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.