Meaning of τσιγκούνης | Babel Free
/t͡siŋˈɡu.nis/Ορισμοί
-
που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια literally
-
που δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο figuratively
Παραδείγματα
“Η Μαρία είναι τσιγκούνα. Το σκέφτεται να πάρει καινούρια παπούτσια, ενώ τα δικά της πάλιωσαν και δεν της λείπουν τα χρήματα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.