HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσιγκούνης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/t͡siŋˈɡu.nis/

Ορισμοί

  1. που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια
    literally
  2. που δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο
    figuratively

Παραδείγματα

“Η Μαρία είναι τσιγκούνα. Το σκέφτεται να πάρει καινούρια παπούτσια, ενώ τα δικά της πάλιωσαν και δεν της λείπουν τα χρήματα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσιγκούνης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course