Meaning of τσεχοσλοβακικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεχοσλοβάκικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τσεχοσλοβάκικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του τσεχοσλοβακική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσεχοσλοβάκικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.