Meaning of τσελιγκόπουλο | Babel Free
/t͡se.liŋˈɡo.pu.lo/Ορισμοί
-
νεαρός τσέλιγκας (θηλυκό τσελιγκοπούλα) diminutive
- γιος τσέλιγκα (θηλυκό τσελιγκοπούλα για την κόρη)
-
γιοι και κόρες του τσέλιγκα, τα παιδιά του τσέλιγκα plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.