Meaning of τσαπράζι | Babel Free
Ορισμοί
- κοσμήματα ανδρικά στην Κρήτη (παλιότερα στο Σούλι, στολίδια πολεμιστών), σύμβολα παλικαριάς, ηρωισμού ή πλούτου, συμπλέγματα ασημένιων ή και επίχρυσων αλυσίδων που τα φέρουν από τη μια ωμοπλάτη έως την άλλη και που συχνά διασταυρώνονται στο στήθος, συνδεόμενα καμιά φορά και με το ζωνάρι
- ελαφριά κάμψη των δοντιών ενός πριονιού
Παραδείγματα
“Από τη βάση της κόπιτσας εξαρτώνται τρεις σειρές αλυσίδες που καταλήγουν σε φλουριά και από πέντε σειρές αλυσίδες δεξιά-αριστερά, που συνδέονται με δύο συρματερές κόπτσες στολισμένες με κόκκινη πέτρα. Και οι δύο βασικές πλάκες του τσαπραζιού είναι ασταρωμένες, φέρουν δηλαδή στην πίσω όψη τους χυτή λεία πλάκα (κράμα ασημιού και άλλων μετάλλων). (*)”
“Αυτή η έκκαμψη των δοντιών λέγεται και τσαπράζι και πρέπει να γίνεται ομοιόμορφα σε όλα τα δόντια, πράγμα που το επιτυγχάνουμε με ειδικό εργαλείο, τον τσαπραζολόγο. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.