Meaning of τσαπερδόνα | Babel Free
Ορισμοί
-
σαύρα (Podarcis peloponnesiacus) dated, idiomatic
-
ζωηρή γυναίκα νεαρής ηλικίας familiar, vulgar
Παραδείγματα
“※ Ἡ Τέτη Αὐγουστίνου, ἡ τσαπερδόνα μεσολογγίτισα μὲ τὰ μπιρμπιλιὰ μάτια (θυμήθηκε πὼς ὁ Ἰταλὸς εἶχε ξεκαρδιστεῖ στὰ γέλια, ὅταν τοῦ εἶπε τὸ ἀνέκδοτο της μὲ τὸ ντούτσιο τοῦ πάπα, τὴν ἀξιοσέβαστη κυρία καὶ τὸν ὑπουργό), ζητοῦσε λειτουργία φοιτητικῆς λέσχης ...”
“※ Εμείς δεν βλέπαμε το γυμνό πλατό. Βλέπαμε ένα ψηφιακό σκηνικό –διαφορετικό κάθε φορά- που προβαλλόταν πάνω του. Η τσαπερδόνα διάβαζε από το autocue μια σύντομη εισαγωγή που της είχε συντάξει νωρίτερα η δημοσιογραφική της ομάδα σε συνεργασία με έναν από τους δύο κειμενογράφους της. Η τσαπερδόνα περιόριζε τις κινήσεις της στο μίνιμουμ, ούτως ώστε να δείχνει χαλαρή και, πρωτίστως, να συνεχίσει να κάνει αυτό που ολοφάνερα κάνει, χωρίς να δείχνει ότι κάνει αυτό που ολοφάνερα κάνει: διαβάζει. Ακολουθούσε ένα συνοπτικό αφιέρωμα στο εκάστοτε θέμα της εκπομπής, όπου η τσαπερδόνα έλαμπε διά της απουσίας της, με την υπόκρουση ενός άλλου μουσικού σουξέ, ιδανικού για ασανσέρ, εστιατόριο ή αεροδρόμιο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.