Meaning of Τσανγκαλίδη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσανγκαλίδης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσανγκαλίδης
Παραδείγματα
“λόγια μορφή γενικής: (του) Τσανγκαλίδου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.