Meaning of τσαλακώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
διπλώνω χωρίς προσοχή κάτι σε μία ή περισσότερες μεριές, με αποτέλεσμα να μείνει ένα ορατό άσχημο σημάδι transitive
-
έχω την τάση να σχηματίζω δίπλες, ζάρες intransitive
-
προκαλώ ζημιά στο αμάξωμα αυτοκινήτου transitive
-
πλήττω καίρια (το φιλότιμο ή τον εγωισμό κάποιου) figuratively
Ισοδύναμα
English
Crumple
Παραδείγματα
“Αν δεν προσέξεις πώς κάθεσαι, θα τσαλακώσεις τη φρεσκοσιδερωμένη φούστα σου.”
“Πρόσεχε αυτό το ύφασμα, τσαλακώνει εύκολα.”
“Με χτύπησε από πλάγια και μου τσαλάκωσε τον προφυλακτήρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.