HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσίτσα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈt͡sit͡sa/

Ορισμοί

  1. είδος ξύλινου φλασκιού για κρασί
    rare, vulgar
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. κοφίνι
    rare, vulgar

Παραδείγματα

“σήκωσε την τσίτσα και τράβηξε δυο ρουφηξιές”

he lifted the flask and took two sips

“※ σήκωσε τὴν τσίτσα καὶ τράβηξε δυὸ ρουφηξιές (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918, κεφάλαιο 5)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσίτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course