Meaning of τσίτσα | Babel Free
/ˈt͡sit͡sa/Ορισμοί
-
είδος ξύλινου φλασκιού για κρασί rare, vulgar
- γυναικείο επώνυμο
-
κοφίνι rare, vulgar
Παραδείγματα
“σήκωσε την τσίτσα και τράβηξε δυο ρουφηξιές”
he lifted the flask and took two sips
“※ σήκωσε τὴν τσίτσα καὶ τράβηξε δυὸ ρουφηξιές (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918, κεφάλαιο 5)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.