Meaning of τρυφερίτσα | Babel Free
Ορισμοί
-
υποκοριστικό του τρυφερότητα familiar, rare
-
ερωτοτροπία especially, familiar, rare
-
θηραϊκά: κοινωνία (βγαίνω στην τρυφερίτσα = βγαίνω στην κοινωνία), και για παιδιά που μπαίνουν από την παιδική στην εφηβική ηλικία idiomatic
-
παρόμοια έννοια με την παραπάνω, αλλά με αρνητική χροιά rare
Παραδείγματα
“※ Τα παραπάνω πρέπει να απαιτηθούν από τους γονείς των λαικών οικογενειών του νησιού μας, διεκδικώντας τα από την κυβέρνηση ... και τους βουλευτές της, που ήδη βγήκαν στην τρυφερίτσα υποσχόμενοι ψέματα και κούφια λόγια και ζητούν τη ψήφο μας. (Λαϊκή Συσπείρωση Θήρας: «Μεγάλη η ευθύνη της Κυβέρνησης για την αδιέξοδη κατάσταση στα νηπιαγωγεία», santorinipress.gr, 18/6/2019 https://santorinipress.gr/laiki-syspeirosi-thiras-megali-i-efthyni-tis-kyvernisis-gia-tin-adieksodi-katastasi-sta-nipiagogeia/)”
“※ Το σκυλί σου, Γεωργούλα μου, βγαίνει στην τρυφερίτσα (Παροιμίες, 1909, Γορτυνία, με Σχόλια / Περίσταση εκφοράς από τον μελετητή: «Κακία», στο σχετικό λήμμα από το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.