Meaning of τροχοπέδηση | Babel Free
Ορισμοί
- η ελάττωση της ταχύτητας του τροχού που περιστρέφεται
- η ελάττωση κάθε κίνησης μέχρι την ακινητοποίηση αυτής
Παραδείγματα
“σύμφωνα με το αρθ. 53 του Ν. 3452/2007, επιβάλλεται το ποδήλατο του επιβαίνοντα οδηγού να είναι κατάλληλα εφοδιασμένο με δύο συστήματα τροχοπέδησης για κάθε τροχό τα οποία θα επενεργούν άμεσα και αποτελεσμά στις αντιδράσεις του αναβάτη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.