Meaning of τρομαχτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που προκαλεί τον τρόμο, που σε κάνει να τρομάζεις
- τόσο μεγάλος που προκαλεί το δέος
Παραδείγματα
“ακούστηκε ένας τρομαχτικός θόρυβος και ύστερα έγινε ο σεισμός”
“τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία έκανε τρομαχτική πρόοδο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.