HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρομαχτικός | Babel Free

Adjective CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που προκαλεί τον τρόμο, που σε κάνει να τρομάζεις
  2. τόσο μεγάλος που προκαλεί το δέος

Παραδείγματα

“ακούστηκε ένας τρομαχτικός θόρυβος και ύστερα έγινε ο σεισμός”
“τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία έκανε τρομαχτική πρόοδο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρομαχτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course