Meaning of τροβαδούρος | Babel Free
/tɾo.vaˈðu.ɾos/Ορισμοί
- περιπλανώμενος τραγουδιστής λυρικών και ιπποτικών τραγουδιών στις ηγεμονικές αυλές τον Μεσαίωνα (συνήθως στο ιδίωμα langue d'oc)
-
τραγουδιστής λυρικών ή/και ερωτικών τραγουδιών broadly
Ισοδύναμα
English
Troubadour
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.