Meaning of τριφύλλι | Babel Free
/tɾiˈfili/Ορισμοί
- ποώδες φυτό χαμηλού ύψους, του οποίου το φύλλο αποτελείται από τρία μικρότερα
- ο ελληνικός αθλητικός σύλλογος Παναθηναϊκός (λόγω του εμβλήματός του)
Παραδείγματα
“Τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι, Σου μάθαινε το αύριο και το χθες.”
The schoolbook on top of the clover, Taught you about tomorrow and yesterday.
“είναι τυχερός όποιος βρει το τετράφυλλο τριφύλλι”
“Χτες στο αεροδρόμιο, οι οπαδοί του τριφυλλιού επιφύλαξαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή στους παίκτες της ομάδας, κατά την επιστροφή τους από τη Γερμανία.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.