Meaning of τριβόμενο σύμφωνο | Babel Free
/triˈvo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Ορισμοί
σύμφωνο που ταξινομείται ως τριβόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, με ακουστή τριβή (πιο συγκεκριμένα με μερικό κλείσιμο των αρθρωτών που επιτρέπει την ροή του αέρα)
Παραδείγματα
“Τα τριβόμενα σύμφωνα της νέας ελληνικής γλώσσας είναι τα [v γ ð θ x s z].”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.