Meaning of τριανταφυλλιά | Babel Free
/tɾi.an.da.fiˈʎa/Ορισμοί
- φυλλοβόλος καλλωπιστικός θάμνος ή αναρριχώμενο φυτό του γένους Rosa με αγκάθια, ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και εύοσμα μεγάλα άνθη σε διάφορα χρώματα όπως άσπρο, ροζ, κόκκινο ή κίτρινο
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Τριανταφυλλιάς)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.