Meaning of τραχωματικός | Babel Free
/tɾa.xo.ma.tiˈkos/Ορισμοί
που αναφέρεται στο τράχωμα ή σχετίζεται με αυτό· πρόσωπο που πάσχει από τράχωμα (ουσιαστικοποιημένο)
dated
Παραδείγματα
“※ Οι εξετασθέντες ασθενείς κατανέμονται ως εξής: Άνδρες 946 εξ ων 250 ήτοι τα 27% τραχωματικοί […] Παιδία 1932 εξ ων 711 ήτοι τα 37% τραχωματικά”
“※ Κυριακή Χρυσού-Καρατζά: Τραχώματα και τραχωματικοί στη Σαντορίνη τον 20ο αιώνα. Η Σαντορίνη ήταν ένα από τα μέρη της Ελλάδας που επλήγησαν πολύ από την οφθαλμική νόσο του τραχώματος. Η ανακοίνωση αποσκοπεί στο να παρουσιάσει τις αιτίες εξάπλωσης της νόσου, […]”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.