Meaning of τραχηλιά | Babel Free
Ορισμοί
- ο πλατύς πρόσθετος γιακάς που φοριέται πάνω από φόρεμα ή πουκάμισο και συνηθίζεται στις παραδοσιακές ενδυμασίες
- η σαλιάρα
- το πλατύ περιλαίμιο των ζώων
- το κρέας γύρω από τον τράχηλο σφαγμένου ζώου
Παραδείγματα
“※ Τα συνόδευαν δυο απ' αυτούς με άσπρες τραχηλιές, ο ένας είχε γένια κι ο άλλος νεαρός, αμούστακος ακόμα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.