Meaning of τραυματικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τραύμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό
- που προξενεί τραύμα (ιδίως ψυχικό)
Ισοδύναμα
English
Traumatic
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.