Meaning of τραμπουκικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραμπούκικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του τραμπουκικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τραμπούκικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του τραμπουκική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραμπούκικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του τραμπουκικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.