Meaning of τραμπολίνο | Babel Free
Ορισμοί
- όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ελαστικό και ανθεκτικό ύφασμα πάνω στο οποίο εκτελούνται ακροβατικές ασκήσεις
-
το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα figuratively
Ισοδύναμα
English
Trampoline
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.